ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ: ΑΝΗΣΥΧΙΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ

Από την εποχή της κρίσης και της εμφάνισης στη ζωή μας νέων όρων στην καθημερινότητά μας και κυρίως από τότε που η χώρα μας μπήκε στην δύνη των μνημονίων, η κοινωνική ομάδα που επηρεάστηκε περισσότερο από τις επιβληθείσες αλλαγές ήταν αυτή των συνταξιούχων.
Ειδικά από το 2010  και για τα επόμενα έτη, μέχρι και σήμερα, οι αλλαγές στο συνταξιοδοτικό σύστημα της χώρας υπήρξαν ραγδαίες ενώ σε πολλές περιπτώσεις και χωρίς ίχνος υπερβολής θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν άδικες και δραματικές.  Οι συνεχείς παρεμβάσεις στο κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα τα τελευταία έτη δεν περιορίστηκαν μόνο σε ζητήματα κρατήσεων και μειώσεων στα ποσά των αποδιδόμενων συντάξεων, που επηρέασαν το βιοτικό επίπεδο των ήδη συνταξιούχων αλλά επεκτάθηκαν και στον σκληρό πυρήνα του συνταξιοδοτικού δικαιώματος, δηλαδή στην έννοια της θεμελίωσης δικαιώματος σύνταξης από τους υποψήφιους  συνταξιούχους. Η λογική που υιοθετήθηκε για τις επόμενες γενιές ασφαλισμένων-υποψήφιων συνταξιούχων κινήθηκε σε δύο βασικούς άξονες. Αύξηση των απαιτούμενων προϋποθέσεων συνταξιοδότησης (ηλικίας και απαιτούμενου χρόνου ασφάλισης) με ταυτόχρονη μείωση των αποδιδόμενων ποσών σύνταξης.  Έτσι από 1/1/2013 η θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος εξαρτάται από δύο βασικές προϋποθέσεις. Την συμπλήρωση 40 ετών ασφάλισης (ήτοι 12.000 ημέρες ασφάλισης!!!!) και την συμπλήρωση τουλάχιστον του 62ου έτους της ηλικίας για χορήγηση πλήρους σύνταξης. Για δε τους ασφαλισμένους που δεν θα μπορέσουν ποτέ να καλύψουν την προϋπόθεση των 40 ετών ασφάλισης (ακόμη και με αναγνώριση πλασματικού χρόνου) προβλέπεται η χορήγησης πλήρους σύνταξης σε ηλικία 67 ετών (αν και εφόσον στο μέλλον δεν αυξηθούν περαιτέρω τα απαιτούμενα ηλικιακά όρια).
Παράλληλα ως προς το ζήτημα του ποσού της σύνταξης, η λογική που έχει υιοθετηθεί, οδηγεί μαθηματικά σε πτωτική πορεία των αποδιδόμενων συντάξεων, με αποτέλεσμα το ποσό που εν τέλει θα δικαιούται ο υποψήφιος συνταξιούχος δεν θα έχει καμία σχέση με τα ποσά της σύνταξης που γνωρίζαμε μέχρι πρόσφατα. Συνεχείς μειώσεις στα ποσά των κύριων και των επικουρικών συντάξεων, καθιέρωση νέου τρόπου υπολογισμού της σύνταξης από 1/1/2015, υιοθέτηση νέων χαμηλότερων ποσοστών αναπλήρωσης, εγγύηση μόνο της βασικής σύνταξης 386 ευρώ, αναλογιστικές μελέτες που θα καθορίζουν ακόμη και την δυνατότητα για χορήγηση ή όχι των ήδη μειωμένων επικουρικών συντάξεων, επικείμενες συγχωνεύσεις ταμείων, δημιουργούν ένα εκρηκτικό κλίμα για την μελλοντική πορεία του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος στη χώρα μας. Και ενώ όλες οι ανωτέρω αλλαγές γίνονται πάντα με πρόσχημα την διασφάλιση και την προστασία του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος για τις μελλοντικές γενιές, ο καλόπιστος μελετητής δεν μπορεί  παρά να εκφράζει σοβαρές ενστάσεις και ανησυχίες για την επιτυχία του εγχειρήματος.
Το ερώτημα όμως παραμένει αδυσώπητο. Μέσα στο σημερινό κλίμα των ανύπαρκτων εργασιακών σχέσεων, με τις συνεχείς απολύσεις, τα απαράδεκτα ποσοστά ανεργίας των νέων, και την  απόλυτη αποδόμηση του εργατικού δικαίου, ποιός και πότε  θα μπορεί να συμπληρώνει 40 έτη εργασίας και άρα και ασφάλισης για να θεμελιώνει το αυτονόητο δικαίωμα στην σύνταξη;