Κάθε χρόνο ειδικά την τελευταία πενταετία αναθερμαίνεται η συζήτηση με θέμα τις ενδεχόμενες μελλοντικές αλλαγές στο ασφαλιστικό. Αλλαγές που για άλλη μία φορά θα κριθούν ως αναγκαίες για την διασφάλιση της βιωσιμότητας του συστήματος. Αλλαγές που έρχονται να προστεθούν ως κρίκοι μίας ατελείωτης αλυσίδας προηγούμενων παρεμβάσεων που επεβλήθησαν στο κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα της χώρας μας. Αλλαγές που έρχονται να επιβληθούν εκεί που προφανώς και εκ του αποτελέσματος απέτυχαν οι ήδη προηγούμενες τροποποιήσεις. Η κεντρική ιδέα όμως δυστυχώς παραμένει ζοφερή. Ο σταδιακά αυξανόμενος αριθμός των υποψήφιων συνταξιούχων σε συνδυασμό με  τα ποσά των εισφορών που ακολουθούν πτωτική πορεία, αφενός λόγω των μεγάλων ποσοστών ανεργίας αλλά και των εξαιρετικά χαμηλών μισθών σε όσους έχουν απομείνει να εργάζονται αφετέρου λόγω των πιέσεων εκ μέρους των δανειστών για περαιτέρω μείωση των εργοδοτικών εισφορών, και τέλος η ολοένα και πιο περιορισμένη δυνατότητα χρηματοδότησης από τον κρατικό προϋπολογισμό δεν μπορούν να αφήνουν περιθώρια αισιοδοξίας. Ειδικά μάλιστα σε μία περίοδο που τα ασφαλιστικά ταμεία δίνουν κάθε μήνα τον δικό τους αγώνα για να είναι συνεπή στις πληρωμές των ήδη καταβαλλόμενων συντάξεων. Η διαπίστωση είναι κοινή και αδιαμφισβήτητη. Τα περιθώρια για παρεμβάσεις είναι πλέον πολύ περιορισμένα,  όπως επίσης και οι αντοχές των ήδη συνταξιούχων.