Στις  13/9/2017 δημοσιεύθηκε σε ΦΕΚ ο Ν.4488/2017,το πρώτο μέρος του οποίου αφορά σε συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις  Δημοσίου και λοιπές ασφαλιστικές διατάξεις και κυρίως σε τροποποιήσεις του προηγούμενου Ν.4387/2016.

Στην  εισηγητική έκθεση του ν.4488 αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι τόσο με το ν.4387/2016 όσο και με τις  τροποποιήσεις του ν.4488/2017  «… υλοποιείται η πλήρη αναμόρφωση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, στο πλαίσιο ενός Ενιαίου Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης, του οποίου οι γενικές αρχές είναι η εξασφάλιση αξιοπρεπούς διαβίωσης  και κοινωνικής προστασίας με όρους ισότητας, κοινωνικής δικαιοσύνης, αναδιανομής και αλληλεγγύης των γενεών».

Ορμώμενοι  από τα ανωτέρω, οφείλουμε να αναδείξουμε με ένα μόνο χαρακτηριστικό παράδειγμα, την  ζώσα πραγματικότητα  που διαμόρφωσαν οι διατάξεις του ν.4387, ώστε ο αναγνώστης να μπορέσει με αντικειμενικότητα και νηφαλιότητα να κρίνει τόσο την προοπτική  των νομοθετικών διατάξεων όσο και την αξιοπιστία του αποσπάσματος της εισηγητικής έκθεσης.

Σύμφωνα, με πρόσφατη μελέτη της αντιπροέδρου της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής, Μαριάννας Παπαμιχαήλ, με τίτλο «Ακτινοσκόπηση ασφαλιστικών μεταρρυθμίσεων με τον δείκτη ανταποδοτικότητας συντάξεων»   επισημαίνεται ότι η γενική ανταποδοτικότητα του ασφαλιστικού συστήματος για όλους τους ασφαλισμένους, όπως αυτή προκύπτει από την σχέση συντάξεις προς εισφορές, από 150% που ήταν κατά το έτος 2011 έπεσε στο 121% το 2014, στο 101% το 2016  με τάση  να μειωθεί περαιτέρω στο 89% το 2019.  Κρίνοντας την προοπτική του ασφαλιστικού συστήματος της χώρας  η μελέτη αναφέρει ότι «ακόμη και σήμερα κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι το σύστημα θα είναι από εδώ και πέρα βιώσιμο, όταν τα έσοδα των Ταμείων εξακολουθούν να είναι απαγορευτικά λόγω της ανεργίας και της ανασφάλιστης εργασίας».

Επί της ουσίας και με απλά λόγια από ένα σύστημα που το 2011 μόνο τα 2/3 των συντάξεων «καλύπτονταν» από τις εισφορές  και το υπόλοιπο 1/3 καλύπτονταν από τον κρατικό προϋπολογισμό θα περάσουμε  από το 2019 και μετά , σε ένα αντεστραμμένο μοντέλο κατά το οποίο οι εισφορές όχι μόνο θα καλύπτουν την καταβολή των πολύ μειωμένων συντάξεων αλλά παράλληλα ένα 1/10 περίπου των καταβαλλόμενων εισφορών θα χρησιμοποιείται για να καλύψει ελλείμματα του παρελθόντος.

Επομένως οι μελλοντικοί συνταξιούχοι θα λαμβάνουν πολύ χαμηλές συντάξεις αναλογικά με τις εισφορές που θα έχουν καταβάλλει και ταυτόχρονα θα έχουν επωμισθεί  κατά ένα μέρος και την κάλυψη των ελλειμμάτων του παρελθόντος.

Παράλληλα, η μεγάλη πλειοψηφία των σημερινών εργαζόμενων που εργάζονται με καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας  ή  μερικής απασχόλησης με πολύ χαμηλές αποδοχές   (ενδεικτικά αναφέρουμε ότι με βάση τα στοιχεία της έκθεσης ΕΡΓΑΝΗ για  τους 8 πρώτους μήνες του 2017  σε σύνολο 1.588.065 προσλήψεων οι 831.801,ήτοι ποσοστό άνω του 55%, αφορούν προσλήψεις μερικής και εκ περιτροπής απασχόλησης) θα είναι εκείνοι που όχι μόνο θα δυσκολευτούν να θεμελιώσουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα αλλά και αν ακόμη σταθούν «τυχεροί» θα δικαιούνται  συντάξεις που κάθε άλλο παρά θα διασφαλίζουν την  εξασφάλιση αξιοπρεπούς διαβίωσης  και κοινωνικής προστασίας με όρους ισότητας, κοινωνικής δικαιοσύνης, αναδιανομής και αλληλεγγύης των γενεών, όπως τουλάχιστον «οραματίζεται»  ο νομοθέτης στην εισηγητική του έκθεση.

 

“Δημοσιεύθηκε στην Ελευθερία του τύπου στις  24/9/2017”