Μετά την έκδοση των σχετικών εγκυκλίων τόσο για τον νέο τρόπο υπολογισμού των συντάξεων όσο και για τον τρόπο αναγνώρισης των πλασματικών χρόνων ασφάλισης , καθορίζονται πλέον με σαφήνεια τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των επόμενων γενεών συνταξιούχων, όπως αυτά θα διαμορφωθούν μέσα στις επόμενες δεκαετίες. Οι νέες γενιές εργαζόμενων-ασφαλισμένων είναι αυτές που θα βιώσουν στον απόλυτο βαθμό τις νομοθετικές παρεμβάσεις του σήμερα, πληρώνοντας επί της ουσίας και τις συνέπειες από την αμέλεια και  την έλλειψη σοβαρής κοινωνικοασφαλιστικής πολιτικής ειδικά την τελευταία εικοσαετία.

Οι αυξημένες προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, το μεγάλο  κόστος αναγνώρισης πλασματικών ετών ασφάλισης σε συνδυασμό με  τα τεράστια ποσοστά ανεργίας και την ελαστικότητα των εργασιακών σχέσεων που παρεμποδίζουν ακόμη περισσότερο τον ομαλό ασφαλιστικό βίο  κάθε εργαζόμενου, δεν θα αφήνουν πολλά περιθώρια επιλογών στους μελλοντικούς συνταξιούχους.

Η κυρίαρχη τάση που θα επικρατήσει ως μονόδρομος και ως έσχατη λύση θα είναι η επιλογή λήψης μειωμένης σύνταξης σε ηλικία 62 ετών καθώς θα είναι πρακτικά ανέφικτη η συμπλήρωση των ελάχιστων απαιτούμενων 40 ετών ασφάλισης για χορήγηση πλήρους σύνταξης είτε λόγω έλλειψης του απαιτούμενου χρόνου ασφάλισης είτε λόγω αδυναμίας  αναγνώρισης των πλασματικών ετών εξαιτίας του αυξημένου κόστους της εξαγοράς.

Ειδικότερα, με το νέο τρόπο υπολογισμού του κόστους αναγνώρισης των πλασματικών ετών, όπως πλέον αναλύθηκε και με την σχετική εγκύκλιο που δημοσιεύθηκε εντός της εβδομάδας, και της μείωσης του ποσοστού έκπτωσης σε περίπτωση εφάπαξ καταβολής από 15% σε 2% για κάθε έτος αναγνώρισης , εκείνος   ο ασφαλισμένος  που θα χρειαστεί μέχρι και 7 έτη αναγνώρισης για να δικαιούται πλήρους σύνταξης, επί της ουσίας μετατρέπεται σε αυτοχρηματοδότη της σύνταξής του  για τα επόμενα 2 με 3 έτη συνταξιοδότησής του.

Το υφιστάμενο καθεστώς αναγνώρισης, όπως διαμορφώθηκε με το ν.4387/2016 θα λειτουργήσει αποτρεπτικά ως προς την λήψη πλήρους σύνταξης σε ηλικία 62 ετών με αποτέλεσμα ο ασφαλισμένος να καταλήγει να «επιλέξει» είτε την λύση της μειωμένης σύνταξης στην ηλικία των 62 ετών (με ποσοστό μείωσης 30% επί του ποσού της εθνικής σύνταξης) είτε την πλήρη σύνταξη σε ηλικία 67 ετών τουλάχιστον, όπως αυτό το ηλικιακό όριο  ισχύει σήμερα, με ισχυρή πάντα την πιθανότητα για μεταγενέστερη αύξησή του στην ηλικία των 70 ετών, ως προωθείται  ήδη σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ‘Ελευθερία του τύπου” στις 3/6/2017