Στις 18/10/2017 δημοσιεύθηκε η υπ’αριθμ. 37 εγκύκλιος του ΕΦΚΑ ,με την οποία παρέχονται οδηγίες για την εφαρμογή των διατάξεων του Ν.4387/2016, που αφορούν θέματα διαδοχικής ασφάλισης. Κάνοντας μία συνολική αποτίμηση της εν λόγω εγκυκλίου, θεωρούμε ότι βελτιώνει σημαντικά την διαδικασία της διαδοχικής ασφάλισης , αντιμετωπίζει στρεβλώσεις που είχαν προκύψει από παλαιότερες διατάξεις νόμων ή σχετικές εγκυκλίους.

Ειδικότερα, απλοποιείται σημαντικά η διαδικασία απονομής της σύνταξης με τις διατάξεις της διαδοχικής ασφάλισης και μειώνεται ο χρόνος έκδοσης των συντάξεων, καθώς πλέον ο ΕΦΚΑ ως ενιαίος φορέας χορηγεί σύνταξη, εφόσον με όλους τους χρόνους των ενταχθέντων ταμείων ο ασφαλισμένος πληροί τις προϋποθέσεις της νομοθεσίας του αρμόδιου ενταχθέντος φορέα. Με τον τρόπο αυτό, καταργείται η διαδικασία της απόρριψης και διαβίβασης των απορριπτικών αποφάσεων μεταξύ των φορέων.

Μία ακόμη σημαντική εξέλιξη της νέας εγκυκλίου για την διαδοχική ασφάλιση είναι, ότι καταργούνται διατάξεις που έθεταν ειδικές προϋποθέσεις για την θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος  και κυρίως καταργείται η  προϋπόθεση της εγκυκλίου 68/2013 του ΙΚΑ με την οποία απαιτούνταν η ανηλικότητα του τέκνου κατά τον χρόνο επανένταξης στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α. Μετά την εξέλιξη αυτή,  μητέρες ανηλίκων που είχαν απωλέσει το δικαίωμά τους για σύνταξη μπορούν τώρα να επανέλθουν με σχετικό αίτημα τους.

Επίσης με την υιοθέτηση του ενιαίου τρόπου υπολογισμού των συνταξίμων αποδοχών  από τα έτη 2002 και εφεξής, απλοποιείται και η διαδικασία ως προς τον υπολογισμό της τελικής σύνταξης του ασφαλισμένου, καθώς τα ενταχθέντα ταμεία δεν θα υπολογίζουν πλέον αυτοτελώς τις επιμέρους συντάξιμες αποδοχές και αρά ξεχωριστά την συμμετοχή τους στον καθορισμό του οριστικού ποσού της σύνταξης.  Βεβαίως το αρνητικό σημείο της απλοποίησης αυτής έγκειται στο γεγονός ότι αδικεί όλους εκείνους τους ασφαλισμένους  (μισθωτούς, ελεύθερους επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενους) που είχαν υψηλές ή υψηλότερες συντάξιμες αποδοχές κατά τα έτη προ της κρίσης και ειδικότερα κατά τα έτη πριν το 2002.

Στην περίπτωση αυτή, με βάση τις αρχές της αναλογικότητας και ανταποδοτικότητας  το παλαιότερο σύστημα διαδοχικής ασφάλισης κρίνεται ως δικαιότερο καθώς  για τον καθορισμό των συντάξιμων αποδοχών και της συμμετοχής του κάθε ταμείου στο τελικό ποσό της σύνταξης, λαμβάνονταν υπόψη στο ακέραιο (και με τις αντίστοιχες αναπροσαρμογές) κάθε ποσό εισφορών που είχε καταβάλει ο ασφαλισμένος καθ’ όλη την διάρκεια του εργασιακού-ασφαλιστικού του βίου.

Δημοσιεύθηκε στην Ελευθερία του Τύπου στις 19/11/2017