Οι συνεχείς αλλαγές της ασφαλιστικής νομοθεσίας, στις οποίες αναφερθήκαμε σε προηγούμενη αρθρογραφία, δεν είναι δυνατό να μην επηρεάζουν και σε πρακτικό επίπεδο την διαδικασία απονομής της σύνταξης χιλιάδων ασφαλισμένων της χώρας. Η θέσπιση νέων κανόνων ως προς τον τρόπο υπολογισμού της σύνταξης, και η μετάβαση από το ν.3863/2010 (με τον οποίο καθιερώθηκε για πρώτη φορά η έννοια της βασικής και αναλογικής σύνταξης)   στο ν.4387/2016 (με τον οποίο η βασική σύνταξη μετονομάστηκε σε εθνική και η αναλογική σε ανταποδοτική) επί του πρακτέου προξένησαν περισσότερα προβλήματα  από αυτά που επεδίωκαν να λύσουν.

Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα, που τώρα αναδεικνύεται λόγω της έκδοσης των πρώτων σχετικών οριστικών αποφάσεων απονομής κύριας σύνταξης αφορά την κατηγορία των ασφαλισμένων που έχουν καταθέσει και  δικαιούνται  σύνταξη  από 1/7/2015 έως 11/5/2016, ήτοι για το χρονικό διάστημα  για το οποίο ακόμη εκκρεμεί η εφαρμογή  του ν.3863/2010 ως προς τον τρόπο υπολογισμού της σύνταξης.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο αν αναλογισθεί κανείς ότι αφορά κυρίως χιλιάδες χαμηλοσυνταξιούχους του πρώην  Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.  για τους οποίους έπαψε να ισχύει η χορήγηση του κατώτατου ποσού σύνταξης (ποσού 486 ευρώ ως ίσχυε) ως ελάχιστου ορίου προστασίας και η επιβολή χορήγησης ποσών πλήρους κύριας σύνταξης, πολύ κατωτέρων του εν λόγω ποσού. Ειδικότερα με το ν.4336/2015 προβλέπεται   για πρώτη φορά η κατάργηση από 1/7/2015  της κατώτατης σύνταξης στους συνταξιούχους εκείνους, που λόγω χαμηλών αποδοχών κατά την διάρκεια του εργασιακού  τους βίου, το οργανικό ποσό της σύνταξής τους είναι κατώτερο από το κατώτατο όριο. Με βάση την σχετική  υπ’ αριθμ. 52/2015 εγκύκλιο του  ΙΚΑ, για την κατηγορία των ασφαλισμένων που καθίστανται συνταξιούχοι από 1/7/2015 έως 31/8/2015 προβλέπεται η χορήγηση των μικρότερων αυτών οργανικών ποσών  και η επαναχορήγηση της κατώτατης σύνταξης  μετά την συμπλήρωση του 67ου έτους της ηλικίας τους.  Για τους συνταξιούχους των οποίων η σύνταξη αρχίζει από 1/9/2015 και μέχρι 11/5/2016 προβλέπεται η χορήγηση οριστικής κύριας σύνταξης με βάση τις διατάξεις των άρθρων 1-4 του ν.3863/2010 (δηλαδή χορήγηση βασικής και αναλογικής σύνταξης) για την εφαρμογή των οποίων οι αρμόδιες υπηρεσίες του Ι.Κ.Α  ακόμη αναμένουν τις αναλυτικές οδηγίες  του Υπουργείου Εργασίας.

Επίσης, ενώ από την εν λόγω εγκύκλιο προκύπτει με σαφήνεια ότι οι σχετικές συνταξιοδοτικές αποφάσεις πρέπει να εκδίδονται με επιφύλαξη ως προς το χορηγούμενο ποσό, αυτό δεν εφαρμόζεται από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Ι.Κ.Α., ως εμφαίνεται από τις αποφάσεις που δημοσιεύονται παραπλεύρως.

Το πλέον κρίσιμο ζήτημα που έχει ανακύψει όμως, για την συγκεκριμένη κατηγορία συνταξιούχων είναι ότι  έναντι της έκδοσης οριστικής απόφασης,   έχουν λάβει προσωρινές συντάξεις τον οποίων τα ποσά είναι μεγαλύτερα από το ποσό της τελικής οριστικής απόφασης, με αποτέλεσμα να προκύπτει  οφειλή τους στο ΙΚΑ από την διαφορά που προκυπτεί μεταξύ προσωρινής και οριστικής σύνταξης, ύψους αρκετών χιλιάδων ευρώ,την οποία καλούνται τώρα να επιστέψουν.

 

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ελευθερία του τύπου στις 9/4/2017