Με την δημοσίευση στο Φ.Ε.Κ. του ν.4387 στις 12/5/2016 ολοκληρώθηκε και το δεύτερο στάδιο της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης, όπως αυτή ξεκίνησε το καλοκαίρι του 2015 με την ψήφιση των ν.4336 και 4337 (18/8/2015).

Οι ανωτέρω νόμοι καθιερώνουν εν γένει νέες προϋποθέσεις θεμελίωσης του συνταξιοδοτικού δικαιώματος με επικαλούμενο στόχο  την υιοθέτηση, αφενός ενιαίων κανόνων συνταξιοδότησης αφετέρου ηλικιακών  ορίων συνταξιοδότησης, που θα τεθούν σε πλήρη εφαρμογή από την 1/1/2022 και εφεξής.

Οι διατάξεις του  ν.4387/2016 ρυθμίζουν το «λογιστικό» σκέλος της σύνταξης ,διαμορφώνουν νέους κανόνες ως προς τον τρόπο υπολογισμού, προβλέπουν μειωμένα ποσοστά αναπλήρωσης και καθιερώνουν ως βάση υπολογισμού της σύνταξης του κάθε ασφαλισμένου τον μέσο όρο των συντάξιμων αποδοχών όλου του εργασιακού βίου.

Και οι τρεις νόμοι, που αποτελούν επί της ουσίας συνέχεια των συνταξιοδοτικών μεταρρυθμίσεων των ν.3863 και 3865 του 2010 και του ν.4093 του 2012 (σε συνάρτηση και κατ’ εφαρμογή των σχετικών μνημονιακών δεσμεύσεων, αρχής γενομένης από το πρώτο μνημόνιο έως και σήμερα), αλλάζουν εκ βάθρων τον χαρακτήρα του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος της χώρας μας.

Κατ’ επίκληση της ανάγκης για αντιμετώπιση των “στρεβλώσεων” και των “αδικιών”, που χαρακτήριζε παλαιότερους κοινωνικοασφαλιστικούς νόμους και με ζητούμενο την διασφάλιση της βιωσιμότητας του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος (στόχος που αποτελούσε διαχρονικά προτεραιότητα κάθε “υποτιθέμενης” συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης χωρίς βεβαίως αίσιο αποτέλεσμα έως σήμερα), υιοθετούνται “παρεμβάσεις” που με τρόπο άδικο και ασύμμετρο, θα βιώσει στον απόλυτο βαθμό η νέα γενιά των ασφαλισμένων της χώρας μας.

Με τεράστια ποσοστά επίσημης (καταγεγραμμένης) ανεργίας άνω του 24% χωρίς στο ποσοστό αυτό να λαμβάνεται υπόψη και το σύνολο της μη καταγεγραμμένης ανεργίας.

 Με το σύνολο του οικονομικά μη ενεργού πληθυσμού να ανέρχεται στα 3.277.146 άτομα ( βάσει στοιχείων της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής).

 Με απορρυθμισμένες, “ελαστικές” έως ανύπαρκτες τις εργασιακές σχέσεις που διέπουν τους νυν εργαζόμενους.

 Με τις συνεχείς παρεμβάσεις στον τομέα του εργατικού δικαίου που καθιστούν ακόμη πιο “ασαφές” το εργασιακό περιβάλλον.

 Με την αύξηση των ποσοστών “ευέλικτων” μορφών  μερικής ή εποχικής απασχόλησης εις βάρος της πλήρους απασχόλησης.

 Η νέα γενιά καλείται να ανταποκριθεί στις “νέες απαιτήσεις”,  να επιτύχει άθλους και να διασφαλίσει μεταξύ άλλων ελάχιστα συνταξιοδοτικά δικαιώματα μετά την συμπλήρωση 40 ετών ασφάλισης(!!!) σε ηλικία 62 ετών ή μετά από 15  (επί της ουσίας 20) έτη  σε ηλικία 67 ετών.

Το ερώτημα ρητορικό μεν αμείλικτο δε:

Ποιος νέος/νέα με μέσο όρο ένταξης στην αγορά  εργασίας, μετά την ηλικία των 30 ετών (μετά από ολοκλήρωση σπουδών, στρατιωτικών υποχρεώσεων κλπ) θα κατορθώσει να διάγει αδιάλειπτο (χωρίς κενά και απολύσεις) εργασιακό βίο, να συμπληρώσει και σε ποιά ηλικία 40 έτη εργασίας και ασφάλισης;

Αν οι έννοιες του κράτους πρόνοιας και του κοινωνικού κράτους, ανήκουν πλέον στο παρελθόν.

 Αν στόχος των παρεμβάσεων όχι μόνο σε τοπικό αλλά και ευρύτερα ευρωπαϊκό επίπεδο είναι η υιοθέτηση των πιο “σκληρών” νεοφιλελεύθερων απόψεων, που εκλαμβάνουν το κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα όχι ως ανάγκη  προστασίας του κοινωνικού συνόλου και ιδιαίτερα των ευπαθών κοινωνικά-οικονομικά ομάδων, αλλά ως  “πολυτέλεια” και οικονομικό βαρίδι της όποιας ανύπαρκτης ανάπτυξης, με αποτέλεσμα βαθμιαία και σταδιακά να αποκλείονται ολοένα και περισσότεροι από τις κοινωνικές παροχές.

Αν το όραμα αυτών των πολιτικών επιλογών είναι η νομιμοποίηση  της βαρβαρότητας με καθιέρωση ηλικιακών ορίων συνταξιοδότησης άνω των 70 ή 72 ετών (ήδη σχετικές συζητήσεις έχουν αρχίσει στην Γερμανία και την Γαλλία), τότε σίγουρα κάτι δεν πάει καλά στο βασίλειο της Δανιμαρκίας.

                                                                                           Moυσελίμης Δημήτρης

                                                                                         Δικηγόρος-Εργατολόγος